Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2009

Πρόσκληση της Αττικόν Μετρό για την γιορτή της Γυναίκας.




Η Ανίττα Πατσουράκη συστήνει τη γιορτή της Γυναίκας την οποία διοργανώνει το Αττικόν Μετρό, και που ένα σκέλος της έχει την βράβευση της διαπρεπούς και φίλης συμπατριώτισσας μας, καθηγήτριας Ιατρικής Σχολής Καίτης Σταυροπούλου στην Αθήνα.


Απόκριες, πρίν πολλά, πολλά χρόνια!

Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2009

Ο παράδεισος στη δύση. Του Κώστα Γαβρά.


Ο συμπαθής συμπατριώτης μας Γαβράς μετά από πολλά χρόνια σκηνοθετικής πορείας στο εξωτερικό˙και μετά από μια επίσης πολύχρονη σκηνοθετική σιωπή, ξαναπαρουσιάζεται στο Κινηματογραφικό κοινό ξαναγράφοντας και πάλι σκηνοθετικά μια νέα επιτυχία. Συγχρόνως όμως ο καταξιωμένος σκηνοθέτης με την ταινία του αυτή καταγράφει επίσης κι ένα παράδοξο, αν κι όχι βέβαια σκηνοθετικό, αλλά, ας το πούμε, φιλοσοφικά πολιτικό παράδοξο εν σχέσει με την εν γένει ιστορική πορεία του ως κινηματογραφικού δημιουργού.
Σέβομαι βεβαίως αυτό που ο ίδιος ο καλλιτέχνης δέχεται προλογίζοντας το φιλμ του, ότι δηλαδή « Η ιδέα ήταν να δείξω τον μετανάστη όχι ως φορέα δραμάτων αλλά πιο “ανοικτό”. Να τον δω μόνο ως έναν απλό άνθρωπο ». Αμφιβάλλω όμως εάν αυτό το πετυχαίνει˙ και εάν αποτυγχάνει, μήπως και φταίει το ότι ο μετανάστης σήμερα και φορέας δράματος είναι και καθόλου απλό δεν τον αφήνει να είναι η κυριολεκτικά σήμερα απάνθρωπη δομή της κοινωνίας μας. Από την ίδια του ζωή ήξερε βέβαια ο Γαβράς τι ήταν να ‘σαι μετανάστης, μα απορώ, και δεν με πείθει σίγουρα, αν τώρα ο ίδιος ξέρει την διαφορά, ως προς αυτό, του χθες από το σήμερα.
Το φιλμ του Γαβρά «Ο παράδεισος στη δύση» σε πρώτη κι επιδερμική ματιά και εύκολα διαβάζεται και εύκολα κυλάει. Μα και στο κάτω, κάτω της γραφής, πέρα απ’ την ψυχαγωγία, τα μεγάλα πλάνα είναι έξοχα, η αφήγηση μαγευτική, η φωτογραφία θα ωφελήσει σίγουρα εφέτος τον τουρισμό και στην Ελλάδα μα και στο Παρίσι. Ως σημαντικό επίσης θα πρέπει να σημειωθεί το ότι η ντόπια και η διεθνής ψεύτο διανόηση για αρκετό καιρό στ’ αλήθεια θα ξεχάσει την πλήξη της κι άρα και τον στιλάτο της φαφλατισμό. Είναι γεγονός ότι με την ταινία του Γαβρά όλοι κλαυσιγελάσαμε και βγήκαμε απ’ την αίθουσα περίπου ικανοποιημένοι! Στο τέλος, τέλος, ναι όλα σε τούτη τη ταινία σου κλείνουνε το μάτι, ότι το φιλμ αυτό έγινε με μαγκιά μεγάλου καλλιτέχνη. Ακόμη και οι Έλληνες ηθοποιοί, πρώτοι φορά ξεφεύγουνε απ’ τα πάγια και μίζερα, τα ελληνικά τα τετριμμένα˙ και αναδεικνύονται, μες στο ταξίδι προς τον παράδεισο, ισάξιοι των ξένων συναδέλφων τους συντελεστές.
Μέχρι Εδώ όλα καλά και άγια και αυθαίρετο δικαίωμα του άξιου καλλιτέχνη να θέλει την ταινία του να ‘ναι στο νόημα της, εξ’ απαλών ονύχων, ελπιδοφόρα κι όχι Τραγική.
Πάντως σε τελευταία ανάλυση, αν έτσι ο σκηνοθέτης τα ‘χε μες στο μυαλό του, ο υπέροχος ηθοποιός Ρικάρντο Σκαμάρτσιο ή τον διέψευσε παταγωδώς, ή σαν αντάρτης πόλεων τον έπιασε στον ύπνο κι έβαλε στην ταινία του ένα ισχυρό φουρνέλο άλλης, τελείως διαφορετικής, σκηνοθετικής ερμηνείας.
Ο υπέροχος ηθοποιός, ούτε να κλάψει δεν μπορεί, ούτε και να γελάσει. Σκούζει, απ’ την αρχή ως το τέλος, το τραγικό το θέμα του σύγχρονου του μετανάστη. Κι όχι της μοναξιάς, με την οποία εύκολα ωραιοποιούν και εξηγούνε γενικά οι ελαφρόμυαλοι κριτές τα βάθη της ανθρώπινης στάσης και της ανθρώπινης εν γένει συμπεριφοράς απέναντι στον κόσμο, αλλά γερά πατεί με την ξεκάθαρη αποστασιοποίηση του απ’ τα κοινά προσωπικά του κίνητρα, δεμένος χειροπόδαρα και αδιάσπαστα κυρίως σοβαρά με το ατόφιο πρόβλημα της μοίρας των μεταναστών προ των πυλών της κόλασης, που ‘ναι στ΄αλήθεια, γι’ όλους μας, του σήμερα η Ευρώπη.
Σε λεπτομέρειες το παράδοξο, στην τελευταία ταινία του συμπαθητικού μας μέτοικου στο Παρίσι Γαβρά, είναι ότι «Ο παράδεισος στη δύση» ξετυλίγεται κατόπιν εορτής˙ μετά το άδειασμα δηλαδή του ονειροπόλου μετανάστη, από το μόνο συμβολικό είδωλό της ταινίας του, τον ψευδοντζέντλεμαν αστραφτερό, τον μάγο και θεό του δυτικού του παραδείσου˙ και μάλιστα, αμέσως μετά το τέλος της ταινίας, μες στα θλιμμένα μάτια του έξοχου αλήθεια ηθοποιού, αλλά και μες στην έκφραση αηδίας, σαν στρέφεται και βλέπει τη μαγική εικόνα του πύργου του Άιφελ με τα λαμπιόνια φωτισμένη.
Συνειρμικά, για τούτη τη σκηνή, το μόνο που μου έρχεται, είναι οι ανάλογες παλιές εικόνες, απ’ το παρελθόν, των Γερμανών στρατιωτών στην κατοχή του Παρισιού και πάλι εμπρός από τον ίδιο πύργο. Και στις δύο περιπτώσεις τα ίδια κι απαράλλακτα, αν κι από αντίθετες διευθύνσεις, το όνειρο είναι ανώφελο εντελώς και ακριβά πληρώνεται: Από τη μια το τώρα, ο διαλυμένος πια σοσιαλισμός, σαν σαπιοκάραβο που έμπασε νερά, αβέβαιος να πλέει με τα ποντίκια του απάνω, που καταπέλαγα μοιραία αφήνοντας τον πνίγονται άπατοι μες στη θάλασσα, στην άκαρπη προσπάθεια των ψευδαισθήσεων τους κάπου αλλού πιο παραπέρα απ’ αυτόν πηγαίνοντας να ’βρουν καινούργιους τόπους λεύτεροι μονάχα να ονειρεύονται˙ κι από την άλλη χθες, ο σαρκασμός κι η αλαζονεία στο βλέμμα το αγέρωχο των υπεράνθρωπων στρατιωτών του Γ’ Ράιχ, που στρέφοντας τα νώτα τους οικτίρουν τον παλιότερο πολιτισμό του χθες, σίγουροι μόνο για τον δικό τους μαγικό, εκείνο που κι αυτοί το ίδιο ονειρεύονταν πως θα φτιαχνάν στο αύριο.
Και στις δύο περιπτώσεις, και τότε και τώρα, ούτε στις παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες, μα ούτε και στην πρόσφατη ετούτη κινηματογραφική εγγραφή είχε διαφανεί το τέλος του κόσμου του παλιού μα και του κόσμου του παρόντος. Η ερειπωμένη Ευρώπη, ο ερειπωμένος κόσμος, μετά την λήξη του πολέμου, ήτανε άγνωστη στους τότε Γερμανούς.
Το χάος, που σήμερα ο Γαβράς διστακτικά ψελλίζει, δεν είχε ακόμη οριστικοποιηθεί, όταν τελείωνε το φιλμ, για να μπορεί περίτρανα ο ίδιος να ειρωνευτεί με τραγική ειρωνεία το περιεχόμενο του Ευρωπαϊκού παράδεισου. Ίσως γι’ αυτό τελείως επιδερμικά δείχνει την κόλαση, στολίζοντάς την αφειδώς, με υπέροχα τοπία, με γραφικές, ελεύθερες κι ερωτικά ευαίσθητες στο ξένο κρέας κυρίες και κυρίους, διστακτικά αφημένους στης μοναξιάς και των παθών τους τις ορέξεις. Κυρίως μάλιστα απλοϊκά επαναπαύεται ο δημιουργός, ξεχνώντας το καράβι με τους πνιγμένους αλβανούς, απ’ έξω απ’ το Οτράντο, τους άλλους τους πνιγμένους Αφρικανούς και Ασιάτες στο Αιγαίο και στην Κρήτη, τους πάμπολλους κομματιασμένους από τις νάρκες στον Εύρο, τις στιγμές που έζησαν επάνω στην πλατεία Κουμουνδούρου εκατοντάδες Κούρδοι μετανάστες τον χειμώνα του 98, τα γκέτο στο Λαύριο, στην Πεντέλη, τα γκέτο μεταναστών στο Παρίσι και το μέλλον τους, τα παιδιά των φαναριών, τα άρρωστα παιδιά, τα ορφανά παιδιά, τις γυναίκες και τους άνδρες του εμπορίου της λευκής και της μαύρης σάρκας, κι άλλα κι άλλα.. Έτσι κι αλλιώς ή κρίση η οικονομική του μαγικού και λαμπερού καπιταλισμού δεν είχε ακόμη αναγγελθεί, την ώρα που γυρίζονταν και που τελείωνε το φιλμ ο έξοχος κατά τα άλλα συμπαθής Γαβράς.
Τι θα απογίνει αυτός ο κόσμος, πέρα απ’ το βλέμμα του Γαβρά, την ώρα που η Ευρώπη βυθίζεται στην πιο χειρότερη οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική της κρίση μετά το 1930, ποίος άξιος τάχατες θα μας το πει!
Κι εδώ ακριβώς το μείον για τον καλλιτέχνη, που χρειάζεται για να δικαιωθεί τον τύπο μόνο επί των ήλων. Στην ταινία λείπει το Τραγικό, όσο κι αν σκούζει ο Ηλίας!
Πάντως ότι κι αν λέω, όπως με προβλημάτισε κι εμε ετούτη η ταινία, μπορεί το ίδιο να συμβεί και με σας. Γι’ αυτό ανεπιφύλακτα σας συνιστώ, το να την δείτε!

Άγγελος Κότσαρης

Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2009


Θόδωρος Αγγελόπουλος

Η σκόνη του Χρόνου

Μέσα στην αγκαλιά της Καραϊνδρου
Κάτω απ’ τις τεράστιες πατούσες του Μπάχ
Κι ανάμεσα απ’ τον Μπετόβεν και τον Βάγκνερ
Μια συνεχής κρίση της ανθρώπινης περιπέτειας


Η τέταρτη φτερούγα της Τέχνης.

Το κείμενο είναι του Άγγελου Κότσαρη.

Ο μίτος της αιμάτινης ανάγκης για ανθρώπινη ανέλιξη, στη δεύτερη ενότητα της ημιτελούς τριλογίας του Θόδωρου Αγγελόπουλου, ως ήταν φυσικό στην σκόνη του χρόνου, έπρεπε να ξαναμαζευτεί από το τεράστιο αρσενικό είδωλο, του Πατέρα Κρόνου ή και του Οιδίποδα, του λιβαδιού που δακρύζει, με την μορφή του γηραλέου έξοχου ερμηνευτή Μισέλ Πικολί.
Η ύβρις αέναη και πανάρχαια. Η Γήινη γυναίκα, ( Η Ελένη), το τραγικό εφεύρημα του προπατορικού αμαρτήματος της προαιώνιας ανδροκρατούμενης κοινωνίας, κρατάει στα χέρια της την άκρη του νήματος και ο Σπύρος, ξετυλίγοντας, τυλίγοντας το κουβάρι, αναλαμβάνει ανδροπρεπώς να φέρει εις πέρας και το ταξίδι και την επιστροφή˙ και ακόμη το πιο δυσκολότερο, την συνέχεια στον χρόνο.
Μνήμες παράφορα φορτωμένες διχαστικά με ελπίδα κι απελπισία, με λάθη και αγώνα να ξεπεραστούν, με άφεση και εγκαρτέρηση, αλλά και με συνεχή αμφισβήτηση και αμφιβολία και τελικά με πικρόγλυκη αποδοχή της Τραγικής ειρωνείας. Ποιο το κουράγιο του Σίσυφου την ώρα που ξανά απ’ την αρχή πρέπει ν’ αρχίσει τον αγώνα ν’ ανεβάσει τον βράχο στην κορυφή!
Σαν παλιάτσος, ο καλλιτέχνης, της κομέντια ντελ’ άρτε, χαμένος στην αχανή αίθουσα του παλκοσένικου της αίθουσας Τριάντη, ανεβάζει το βλέμμα διστακτικό σιγά, σιγά προς τα πάνω και θολά ατενίζει, στο φωτισμένο χάος απέναντι του, το άλλο ενδιάμεσο προσωποποιημένο είδωλό της τραγικά ενδεδυμένης, με το ψευδομανδύα της ανθρώπινης προόδου, εξουσίας και γελοία ψελλίζει νευρόσπαστα « κι όμως, κε πρόεδρε, δεν χάνονται όλα!» Ποιόν απ’ τους δύο να οικτίρεις, όταν σε άπειρη απόσταση πίσω απ’ αυτούς στέκεται η ειμαρμένη!
Πόσους ανθρώπους να οικτίρεις, όταν το θαύμα του ξεστρατισμένου σοσιαλισμού, του ανήθικου, διεφθαρμένου πατερναλιστικού καπιταλισμού χθες, σήμερα, αύριο, σκότωσε, σκοτώνει και θα σκοτώνει εκατομμύρια ανθρώπους, τον ίδιο τον Σίσυφο. Από εδώ ο αισιόδοξος Μπετόβεν, στο μέσον ο καλλιτέχνης και από εκεί ο αμφισβητίας Βάγκνερ˙ και πίσω στο αχανές αναποτελεσματικός ο αέναα στιβαρός και αινιγματικός Μπαχ˙ και σ’ όλα και παντού ανάμεσα τους η σκόνη του Χρόνου στο συνειδητά τρυφερό, εύκολο αγκάλιασμα της από τις μαγικές νότες της Καραϊνδρου.
Η σκόνη του χρόνου˙ που απεγνωσμένα και ουτοπικά ο καλλιτέχνης δημιουργός προσπαθεί, ελπίζοντας πάντα να την βλέπει σαν γκρίζα πάχνη απλωμένη στα συναισθήματα, στην πολιτική, στην απαξία του κοινωνικού όντος και στην προσπάθεια του κάποτε να εξιλεωθεί μέσα απ’ τη διαδικασία της κάθαρσης˙ μπορεί και να είναι όντως σκόνη γι’ αυτόν, το ίδιο όμως το μέγεθος της παραφοράς του, ως και η εξουθενωτική ανάλωση του να καταλάβει, δεν αφήνει περιθώρια και στον πιο απλό θεατή που τον παρακολουθεί να μην καταλάβει ότι τις μνήμες του, την ίδια του τη φιλοσοφία, στο πέρασμα του χρόνου, δεν τις σκεπάζουν οι πατιναρισμένες προσωπικές του αγωνίες, αλλά η πανανθρώπινη αγωνία του χθες, του σήμερα και κυρίως του αύριο.
Μετά το τέλος της Ελένης, τι άλλο άραγε απομένει στον βαθυστοχαστο τον καλλιτέχνη από το εκκλησιαστικό όργανο και τη βεβαίωση του ειδικού, ότι «στο τέλος, τέλος κάτι μένει». Κοιτώντας τον κόσμο με τα μάτια του Αγγελόπουλου, πόσες οι ψευδαισθήσεις, για να περνά κι αυτό σαν τάχατες αληθινό! Έτσι κι αλλιώς οι άνθρωποι μένουν και όχι τα συστήματα τους..
Το τέλος της σκόνης του χρόνου, παρ’ όλο ότι ξεκινά από ψηλά, κι όσο τρυφερό και να φαίνεται στο στιγμιαίο πέταμα του finale, και πάλι προσγειωμένο επάνω στην ίδια πανάρχαια γη, κινούμενο αέναα ελίσσεται μέσα στο χάος φορτωμένο με τις παλιές προδιαγραφές των γήινων μορφών και των ανθρώπινων παθών τους. Σαν μια αιώνια κατάρα, της ίδιας τους της μνήμης!
Η σκόνη του χρόνου λιγότερο κοπιώδης στην αφηγηματική ανάγνωση της σε σχέση με το λιβάδι που δακρύζει. Πιο λιτή στα εικαστικά πλάνα της διευκολύνει την στιβαρότητα του δομημένου μύθου με αληθινή αγωνία. Υπέροχη η φωτογραφία του Ανδρέα Σινάνου.

Οι ηθοποιοί πιστοί στις ιδέες του καλλιτέχνη, με τον αισθαντικό Σπύρο, την δυναμική Ελένη, τον ανθρώπινο Γιάκομπ, τον εγγενώς προβληματισμένο γιό του Σπύρου και της Ελένης και την γυναίκα του, στην ιδιαιτέρως τόσο ανεπαίσθητα αισθαντική στιγμή του τελευταίου τους αποχαιρετισμού στο δρόμο.

Ταινία δύσκολη, όπως οι περισσότερες μετά την αναπαράσταση, του Αγγελόπουλου, που όμως, παρ’ όλες τις επιπόλαιες και εμπαθείς πολιτικά ματιές των ορκωτών κριτών του Kινηματογράφου, σε καμία περίπτωση, δεν είναι δυνατόν να αμαυρώσουν ούτε το μέγεθος του έλληνα καλλιτέχνη, ούτε την αληθινή φύση του πνεύματος του πρωτεργάτη διανοούμενου της ελληνικής αριστεράς στον Κινηματογράφο.

Αυτός που αναφέρει συνεχώς το όνομα του Θεού, έλεγε ο Σάρτρ, δεν μπορεί να είναι άθεος. Οι πραγματικοί άθεοι δεν αναφέρονται ποτέ στο θεό. Μην ανησυχούν οι σύντροφοι του Κ.Κ.Ε, και κυρίως μην ανησυχούν όποιοι άλλοι αμφισβητίες της καλοθέλητης δεξιάς, η ψυχή του Αγγελόπουλου ήταν και θα μείνει κόκκινη. Οι προτομές του Στάλιν, στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας, έτσι κι αλλιώς δεν αλλοιώνουν στη μνήμη κανενός την εικόνα στην παρέλαση, μπροστά απ' το κρεμλίνο, του Πατερούλη των λαών. Άλλο η πίκρα κι άλλο η Ιστορία. Άνθρωποι είμαστε και δικαίωμα όλων μας να είμαστε και πικραμένοι... και πικραμένοι να μην παύουμε να αγωνιζόμαστε.! Η πίκρα είναι η ψυχή της Ποίησης και της Επανάστασης.

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2009

Γιούλικα Λακερίδου. Λάδι Σαράντη Καραβούζη.

Η γνωστή ζωγράφος Γιούλικα Λακερίδου, σε λάδι του αγαπημένου μου Φίλου και συζύγου της Γιούλικας Σαράντη Καραβούζη.

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2009

Παρατσούκλια ή παραγκώμια στο Μεσολόγγι.


Φαλαρίδα
Το κείμενο είναι γραμμένο από τον Άγγ. Κότσαρη
Παρατσούκλια
Στο Μεσολόγγι, κυρίως παλιότερα, πολλοί Μεσολογγίτες ήταν ευρύτερα γνωστοί με τα παρατσούκλια τους ή τα παραγκώμια τους. Πολλές φορές τα παρατσούκλια, δίνονταν ανεξαρτήτως οικονομικής, πνευματικής και κοινωνικής καταστάσεως των παραγκωμιασμένων ατόμων. Έφθαναν μάλιστα τα παρατσούκλια να υποκαθιστούν συχνά τα πραγματικά επίθετα των Μεσολογγιτών, σε βαθμό μάλιστα, που αν δεν ήξερες το παρατσούκλι τους, να καθίσταται δύσκολο να τους βρεις. Εκείνο τον καιρό μάλιστα τα πράγματα γίνονταν ακόμη δυσκολότερα, δεδομένης και της ανυπαρξίας τότε του δελτίου ταυτότητας. Πάντως γενικότερα, ακόμη και στην περίπτωση υπάρξεως μερικών δελτίων ταυτότητας, κι αυτά εκ των πραγμάτων έβγαιναν στην αχρηστία, καταχωνιασμένα στα ντουλάπια των σπιτιών τους ως μη απαραίτητα, μια και οι περισσότεροι των πολιτών παλιότερα δεν είχαν δοσοληψίες πολλές με το δημόσιο ή και άλλους οργανισμούς από τους οποίους θα τους ζητιόνταν τα δελτία ταυτότητας, ως αποδεικτικά της ταυτοπροσωπία τους. Έτσι στο τέλος με το πολύ πες, πες, επί καθημερινής βάσεως, τα παραγκώμια συνηθίζονταν από τους μεταβαπτισμένους και πολλά επίθετα κατέληγαν να υποσκιάζονται και να υποβαθμίζονται σε τέτοιο βαθμό από τα παραγκώμια, που μετά πάροδο μιας δυο γενιών συχνά τα παρατσούκλια έφθαναν όχι μόνο να υποκαθιστούν τα επίθετα των μετέπειτα γενιών, αλλά και να αποτελούν αυτά και τα επίσημα επίθετα των. Παράδειγμα τέτοιου περίπου παραγκωμιού είναι και το Πιέρος, που μόνο σήμερα ύστερα από 60 χρόνια έμαθα από συγγενή της οικογένειας, ότι στην πραγματικότητα δεν ήταν το πραγματικό επίθετο της οικογένειας, αλλά το παρατσούκλι. Το ίδιο ακριβώς, αν και προσωπικά το γνώριζα από πολύ νωρίτερα εν σχέσει με το προηγούμενο, ήταν και το παρατσούκλι Κατσαντώνας. Τα παραγκώμια ως επί το πλείστον στο Μεσολόγγι δημιουργούνταν κυρίως με σκωπτική διάθεση αλλά και με ξενοφοβική, ή και λοιδορητική τέτοια για την εμφάνιση, το χαρακτήρα και γενικότερα τις ιδιαιτερότητες και τα λεγόμενα ακόμη του βαπτιζόμενου. Πολλές φορές αυτό συνέβαινε με τη έγκριτη αποδοχή ή και την καρτερική διάθεση του μετονομασμένου ατόμου, άλλες πάλι φορές κάτι τέτοιο συνέβαινε εν αγνοία του, μα οπωσδήποτε στις περισσότερες περιπτώσεις εν γνώσει του, αλλά και με εμφανή τη δυσαρέσκεια του γι’ αυτό. Για παράδειγμα το επίθετο Γιωτόπουλος, τουλάχιστον σ’ ένα, από τα μέλη της μεγάλης οικογένειας των Γιωτοπουλέων, είχε υποκατασταθεί σχεδόν πίσω απ’ την πλάτη του συγκεκριμένου ατόμου από το παρατσούκλι Φαλαρίδας
( Φαλαρίδα = Πουλί με σκούρο γκριζόμαυρο χρώμα, με γυμνό λευκό μέτωπο και χαρακτηριστικά μεγάλα πόδια, που ζει σχεδόν μονίμως στο υγροβιότοπο της λιμνοθάλασσας Μεσολογγίου Αιτωλικού και που στα προπολεμικά χρόνια κι αμέσως μετά τον πόλεμο του 40 αποτελούσε έδεσμα για τις φτωχές οικογένειες, παρ’ όλο ότι το κρέας του μύριζε έντονα ψαρίλας.) Πολλές φορές τα παραγκώμια ήταν αδύνατον να αποκωδικοποιηθούν ως προς το νοηματικό περιεχόμενο της προέλευσής τους και μάλιστα προς διπλό καημό του μεταβαπτισμένου παρέμειναν έτσι ανεξήγητα, δίχως κανένας να γνωρίζει τα αίτια προέλευσής των και συνεπώς και την έστω (λογική) τους αναγκαιότητα, όπως π.χ. σε παραγκώμια σαν τα:
Ντουκτσουνάκ, Καρλομίκ, κ. α. Άλλα επίσης παραδείγματα παραγκωμιών, είχαν προέλευση από το επάγγελμα, του ή της μετονομαζόμενης, όπως Αυγουλάς, Αυγουλού, Καρεκλού, Καρεκλάς, ή Παπλωματάς, Ζαλώναινα (πιθανόν απ' τη ζαλιά και το ζαλώνομαι), Καπελάς. Πολλές φορές επίσης τα παρατσούκλια είχαν να κάνουν με τον τόπο καταγωγής μιας οικογένειας: όπως π.χ. σε ένα κλάδο των Παπατσοπουλέων, που την συγκεκριμένη αυτή οικογένεια την ονόμαζαν Λευκαδίτη, λόγω του τόπου καταγωγής της, ή το ίδιο στην οικογένεια Καλάκη, που κάποιους της οικογένειας τους ονόμαζαν Πρεβεζάνους, όπως επίσης σε κάποιο φίλο που υπήρξε μετανάστης στην Γερμανία και που του είχαν δόσει το όνομα Γερμανός, ενώ Αβυσσινός, μάλλον γιατί ήταν πολύ μελαψός κι όχι γιατί κατάγοταν από την Αφρική, κ.λπ. Σκωπτικά παρατσούκλια όπως: Καρλάυτης, Μπεκιώνας, παίξ' τον ναι παιδί μου, Μαντολέτας, Σκατέας, Γλαρώνας, Παπάνας, Παπάρας, Λέλας, Μελαμέλιας, Τριτσαπήδουλας, Ζίζης, Σφέντζος, Ντόγκης, Καλαβρέζος, Λαψάνας, Παπούτσης, Τζώνης, (γιατί μασούσε τσίχλα,) Ραπανάκιας, (μάλλον χαζός απ' το ρεπάνι, όπως θα λέγαμε βλιτάκιας), Κάραλης, Ντορνόβας, Παγούρας, Διδάντες, Ταταρούνα,( νουνός της υπήρξε, ο Μιχάλης ο Καλάκης,) θερμή γυναίκα αλλά συγχρόνως και άκομψα δυναμική, που ούτε και Τάταρος ακόμη, αν αυτή δεν τον έκανε κέφι, ποτέ και για τίποτα δεν την εμπιστεύονταν, ιδιαίτερα στα ερωτικά. Δάγκωνε!... Τέτοια παρατσούκλια με περισσότερη ή και λιγότερη διασκεδαστική διάθεση δίνονταν, (αν και σκληρά κάποιες φορές, ιδιαίτερα από παιδιά,) σε άτομα για τις ειδικές των μετονομαζόμενων συμπεριφορές, κυρίως όμως για τις μειονεκτικές ή και τις γλαφυρές ιδιαιτερότητες του χαρακτήρα τους, όπως Χωβιός γι’ αυτόν που μάλλον απέφευγε εύκολα κρυβόμενος τις ευθύνες, ή Παντιέρας γι’ αυτόν που ανέμιζε πολιτικά ανάλογα με την κατεύθυνση του αέρα, Γαϊδαρος λόγω μάλλον του δύστροπου χαρακτήρα του. Σωματικές ιδιαιτερότητες διατροφικές συνήθειες επίσης ή ακόμη και ενδυματολογικές ιδιαιτερότητες αναλόγως στοχοποιούνταν σαν λοιδορία, όπως αυτός που είχε μεγάλα αυτιά που τον παραγκώμιαζαν Κούνελο, Αυτιά, ή γιά άλλα σωματικά όργανα ή και διάπλαση όπως, Ο Γιάννης ο π..τσας, ή Γκαμήλα ή και κατέβα να φάμε, για το μεγάλο ύψος της, Μουτρούσου επειδή ήταν συνήθως στριφνή κι έκανε μούτρα, Μούτρας αναλόγως, Γρατσούνου γιατί ήταν επικίνδυνα αυστηρή, Βυζού για τα ευτραφή και τροφαντά, τα γαλατοκαρπερά βυζιά της, (αν και σπανιότερα, παρατσούκλια έδιναν και στις γυναίκες,) Αραπάκιας, λόγω του ότι ήταν υπερβολικά μελαγχροινός, Ρούχνας γιατί ροχάλιζε μέχρι που έσπαγαν τζάμια, Μπαζίνας μάλλον γιατί του άρεσε πολύ η μπαζίνα, Λεβήθας γιατί έτρωγε σκόρδα που ήταν τον παλιότερο καιρό φάρμακο για τα ελμινθοφόρα παράσιτα τις λεβίθες, Μπομποτάς γιατί του άρεσε η μπομπότα, Μακαρουνού -Νηπιαγωγός- γιατί ονειρεύονταν συνεχώς τα μακαρόνια, Πατσάρας πιθανόν γιατί αναφέροταν συχνά στον πατσά, Μπαγόρδας πιθανόν γιατί έτρωγε πολύ και καλά, Λουκουμού: (Αντίθετα με την καλαίσθητη και αρχοντική στολή της παρακάτω κυρίας, που μάλιστα κατά την έμπνευση της ζωγράφου η κυρία αυτή τυχαίνει να είναι βοσκός, η ίδια η ζωγράφος πάντοτε ατημέλητη με μαύρη ρόμπα φθαρμένη και μαύρο φακιόλι στο κεφάλι, με μελαγχολικό βλέμμα και ευγενικό παρουσιαστικό, σαν φάντασμα, κυρίως τα πρωινά, εμφανιζόταν αραιά και που δίπλα απ' το σπίτι του Λιόρη, όπου μάλλον και κατοικούσε σ' ένα φτωχό χαμόσπιτο. Άγνωστη στους νέους Μεσολογγίτες η Μεσολογγίτισα αυτή υπήρξε σπουδαία ναϊφ ζωγράφος, που στην κατοχή για να ζήση πουλούσε για πενταροδεκάρες τα λάδια που έφτιαχνε,) προφανώς τις άρεσαν τα λουκούμια,

Λουκουμού, έμενε στο πλάϊ του Αγίου Σπυρίδωνα και πιθανόν, στα τελευταία της, την φρόντιζε ο Λιόρης. Αν και απαίδευτη αποδίδει την ανοιξιάτικη φύση του σάλτσινου με τέτοια ευαισθησία που με κάνει να δακρύζω. Ας είναι το χώμα που την σκεπάζει ελαφρύ και στον παράδεισο που θα 'ναι να βρίσκει άφθονα λουκούμια.

Κόμης γιατί αν και ψαράς ντύνονταν αρχοντικά. Τίποτα δεν περίσευε στους νονούς των παρατσουκλιών και με ευφυή τρόπο πολλοί παλιοί ήταν οι βαπτιζόμενοι που έπερναν απ’ αυτούς αμέσως το δεύτερο όνομα τους. Το παλιό φαινόμενο αυτο των παραγκωμιών όπως φαίνεται, αν και σε μικρότερο ολοένα σήμερα ρυθμό υπήρξε διαχρονικό και κατά πως φαίνεται δεν έχει τελειωμό όπως και καταγωγή, μια και υπήρξε και υπάρχει παντού και μάλλον και στο μέλλον θα συνεχιστεί, παρά την υποχρεωτική και εύκολη πλέον έκδοση του δελτίου ταυτότητας σ’ όλα τα μέρη της Ελλάδας. Οι Έλληνες ξέρουν να διασκεδάζουν από την αρχαιότητα παραγκωμιάζοντας με σκωπτική διάθεση τους συμπατριωτες τους αρκεί ο εαυτός τους και μόνο να βρίσκεται στο απυρόβλητο, κυρίως της απέλπιδος ανταγωνιστικής προσπάθειας του αντριλικιού, και να μην λοιδωρείται!

Ο αείμνηστος δικός μας Μεσολογγίτης Κάβουρας.
Παύλος Δελαπόρτας.
"ΟΛηξουριώτης Κεφαλλονίτης"

«Το ξέρω ότι, ιδιαίτερα εσείς οι ψαροπώλες, με φωνάζετε Κάβουρα! Δεν με πειράζει αυτό, και να ξέρετε ότι δεν δαγκώνω. Βέβαια για τις παρανομίες σας στην ψαραγορά , αν πέσουν στην αντίληψή μου, να ‘στε σίγουροι ότι θα σας τσιμπήσω, και ξέρετε εσείς πως τσιμπάει άμα δεν δαγκώνει ένας κάβουρας!…..» Με το σπινθηροβόλο βλέμμα του, με το καβουράκι του ψηλά κάποιες φορές και το παλτό του ανοιχτό και τραβηγμένο προς τα πίσω, στις πλάτες, σαν να ‘ταν σακάκι μάγκα, ο Παύλος Δελαπόρτας υπήρξε Μάγκας Εισαγγελέας για κάμποσα χρόνια στο Μεσολόγγι, νομίζω μεταξύ του 54 και 58. Μ' ένα μόνιμο υπομειδίαμα βαδίζοντας κοντός και στρουμπουλός, όπως τον θυμάμαι, με το χαρακτηριστικό καβουρίσιο περπάτημα του στους δρόμους του παλιού Μεσολογγιού, μας έκανε όλους να θέλουμε να σταθούμε πίσω του, για να μπορεί αυτός, προφυλαγμένους εμάς από το άγνωστο του παραπέρα, να μας υπερασπίζεται απ’ όσα ακόμη παλιά ατέλειωτα και απειλητικά ακόμη τότε συσσωρευμένα και βραδυφλεγή τα διαισθανόμαστε να ‘χουν μπροστά μας συνέχεια, κι απ’ όσα άλλα καινούργια στα σίγουρα κακά επεξεργαζόμενα απ’ τον κακό μας τον καιρό κι από την μοίρα μας διαγράφονταν επίσης μπροστά μας. Άραγε τα παρατσούκλια δίδονται ποτέ με καλή διάθεση στους άλλους; Στην περίπτωση του αείμνηστου Παύλου Δελαπόρτα, αν και στο ανωτέρω ερώτημα γενικότερα η απάντηση είναι αποκαρδιωτικά αρνητική, εδώ όμως και όχι σαν απλή εξαίρεση αλλά σαν ανθρώπινη υπέρβαση, που στο παλιότερο Μεσολόγγι συναντιόνταν έστω και σπανίως, το παρατσούκλι του Παύλου Δελαπόρτα «κάβουρας» οι Μεσολογγίτες του το ‘δωσαν όχι σαν λοιδορία, αλλά σαν για να εξορκίσουν μέσα τους την γελοία δική τους αδυναμία να διαχωρίζουν σε μέγεθος το πραγματικά σοβαρό, από το επιπόλαιο αστείο της πρώτης εντύπωσης, που το ελλατωματικό μέτρο τους, τους έβαζε στο πειρασμό να κάνουν με το σουλούπι του, όταν έβλεπαν μπροστά τους εκείνο τον πραγματικά απίθανο Άνδρα. Πόσες φορές άνθρωποι κοντοί δεν ξεπέρασαν τα κοινωνικά ταμπού και δεν αναδείχτηκαν εκεί ψηλά στην Ιστορία που τους τοποθέτησε, όχι εκατοστό το εκατοστό ο πήχης των ανθρώπων, αλλά το ατελεύτητο μέγεθος του ανθρώπινου Νου τους! Ναι ο Παύλος Δελαπόρτας δεν παραγκωμιάστηκε στο Μεσολόγγι, κι αυτό το γνώριζε καλύτερα ο ίδιος! Ο «Κάβουρας» ήταν τίτλος τιμής που του απένειμε το Μεσολόγγι για να του δείξει, ότι τον θεωρεί δικό του και μάλιστα παράτολμα του προδικάζει με το παρατσούκλι αυτό εσαεί την μνήμη στον τόπο αυτό, που απ’ αυτούς τους ίδιους πιστεύεται βαθύτερα ότι είναι τόπος και του Παύλου Δελαπόρτα. Όλο το τελευταίο αυτό θεώρημά μου δεν έχει να κάνει με τις βαρύγδουπες αρλούμπες περί ελεύθερων ανθρώπων σε συγκεκριμένους τόπους και χρονικές στιγμές. Κάτι τέτοια τα θεωρώ ευτελή˙ και η ευτέλεια στη Μεσολογγίτικη αλλά και την ελληνική εν γένει θυμοσοφία ήταν και θα είναι αποκρουστικά και σουσουδίστικα χυδαία, έστω αν οι μαρμάρινες επιγραφές περισσεύουν για κάποιους στον τόπο μας. Απλά ο Παύλος Δελαπόρτας, στην συγκεκριμένη περίοδο που πέρασε από το Μεσολόγγι θεωρήθηκε από τους Μεσολογγίτες, ως ένα εν δυνάμει πορτραίτο σ' ένα ζωγραφιζόμενο καμβά, με τα παράφορα αντάρτικα χρώματα ενός παθιασμένου, και την συγκεκριμένη φυσιογνωμία ενός αγωνιζόμενου ανθρώπου, που μέσα από τις ανθρώπινες αδυναμίες του τελικά και τη βασανισμένη του παιδεία προδικάζεται στο τέλος να λάμψει στον πίνακα με τη μορφή του αληθινού και κυρίως του Δίκαιου Ανθρώπου. Η αναφορά μου στον Παύλο Δελαπόρτα δεν είναι τυχαία. Ήμουνα περίπου 16 ετών τρυπωμένος κρυφά στη αίθουσα του δικαστηρίου, που βρίσκονταν στο σημερινό Αστυνομικό τμήμα του Μεσολογγίου, όταν άκουσα εκείνα τα συγκλονιστικά και προφητικά λόγια, εν μέσω αντιλήψεων μεσαίωνος ακόμη, με την βροντερή του αγωνιστή Εισαγγελέα φωνή, σε Ντοστογιεφστική παραφορά Δικαιοσύνης και ανθρωπιάς να διακηρύσσει ότι: « Ποτέ η ΗΘΙΚΗ δεν μπορεί να τοποθετείται ανάμεσα από τα σκέλια μιας οποιασδήποτε γυναίκας!» Δεν ήταν καθόλου ελεύθερος εκείνη τη στιγμή ο Παύλος Δελαπόρτας. Απλά το πνεύμα του αγωνίζονταν με τους διαόλους της κοινωνικής ανδροκρατούμενης αντίληψης, για το ότι η αφαίρεση της ανθρώπινης ζωής, -στην συγκεκριμένη περίπτωση η δολοφονία μιας γυναίκας που είχε βιαστεί από ένα κτήνος, και επιπλέον αμέσως μετά είχε σκοτωθεί από τα αδέλφια της,- δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να δικαιολογείται για λόγους ηθικούς που ακουμπούν αυτάρεσκα, αισχρά και βδελυρά ανάμεσα στα ματωμένα σκέλια μιας παντελώς και κατάφορα διεστραμμένης αντίληψης για ανθρώπινη δικαιοσύνη. Λόγους ταπεινούς, που κλείνοντας η κοινωνία μ' αυτούς καταχρηστικά την αυλαία, σαν τελική επιβράβευση απόδοσης του δικαίου, είχε τη μόνη ηθική απαξία να διαπράττει για δεύτερη φορά ένα ακόμη πιο αποτρόπαιο έγκλημα στην υπόθεση του πανανθρώπινο ονείρου της για την πραγματική Δικαιοσύνη ! "Λόγους ηθικούς" τους οποίους έτσι τουλάχιστον τους πίστευε βολεμένη κι έτσι γι’ αυτούς κοβόνταν ακόμη μέχρι τότε η υπάρχουσα από παλιά απανθρωπιά εκείνων των καιρών κι εκείνων των ανθρώπων της κοινωνίας μας˙ και που γι’ αυτούς επίσης και πάλι, αυτή η ίδια η κοινωνία, μ' αυτές τις κίβδηλές της αιτιάσεις, ανακυκλόνωντας τες το ίδιο προσπαθούσε συνέχεια από παλιά και να νομιμοποιεί και να περνάει και να συντηρεί το επί αιώνες συντελούμενο άδικο έγκλημα της!
Αυτός ήταν τότε ο αγαθός πατέρας δύο πανέμορφων παιδιών, ο τρυφερός ο σύζυγος μίας καλής γυναίκας, και κυρίως ο ανδρείος της Δικαιοσύνης συμπολίτης μας. Έκτοτε και μέχρι σήμερα, για το τεράστιο έργο του στο Δίκαιο, έγινε γνωστός στο Πανελλήνιο ως, "Ο αγωνιστής της Δημοκρατίας Παύλος Δελαπόρτας," ποτέ όμως, ως ο δικός μας Κάβουρας!

Το παρακάτω σχόλιο διαγράφτηκε και μόνο διότι δεν συμπίπτει σε καμιά περίπτωση με το πνεύμα του ανωτέρω δημοσιεύματος.

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2009

GUERNICA PICASSO
ΣΗΜΕΡΑ ΠΛΕΟΝ ΔΕΝ ΧΡΕΙΑΖΟΝΤΑΙ ΛΟΓΙΑ. ΤΟ ΑΙΜΑ ΠΑΙΔΙΩΝ ΚΥΛΑΕΙ ΣΑΝ ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ ΣΤΗΝ ΓΑΖΑ.
ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΣΑ ΤΟΝ ΧΙΤΛΕΡ. ΟΥΤΕ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΤΟΝ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΩ. ΟΜΩΣ ΑΠΟ ΣΗΜΕΡΑ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΘΑ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΣΩ ΤΟΥΣ ΦΑΣΙΣΤΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ ΤΟΥ ΙΣΡΑΗΛ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΑΤΡΩΝΑ ΤΟΥΣ ΤΟ ΑΙΜΟΒΟΡΟ ΤΕΡΑΣ ΤΟΥ ΑΙΩΝΑ ΜΑΣ ΜΠΟΥΣ. ΟΥΣΤ!


Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2008

Καλά Χριστούγεννα
Αυτές τις μέρες ας σκεπτόμαστε κι ας βοηθήσουμε όλοι με τα περισσεύματα της καρδιάς μας τη φτώχεια τόσων συνανθρώπων μας που πεινάνε και ιδιαίτερα ας συναισθανόμαστε την θλίψη των παιδιών που εφέτος θα στερηθούν και τα απολύτως απαραίτητα. Ας σκεφτόμαστε, την ανασφάλεια των εργαζομένων, την απόγνωση των άνεργων, των μεταναστών, το μέλλον των νέων γενιών που ο πυώδης καπιταλισμός το προδικάζει αιματηρά δυσοίωνο. Εφέτος ιδιαίτερα τα Χριστούγεννα δεν φέρνουν χαρά, αντίθετα αν θέλουμε να αντισταθούμε έφθασε η ώρα της ειλικρινούς περισυλλογής μας. Τα Φετινά Χριστούγεννα σαμποτάρετε τα πανάκριβα show των καναλιών. Έχω την εντύπωση ότι η πλαστική και χρυσοποίκιλτη χαρά τους δεν ταιριάζει στη ράτσα μας, ιδιαίτερα όταν την ράτσα μας την έχουν τόσο στριμώξει οι πολιτικές του συστήματος των διαφθαρμένων, των αλαζόνων φιλοτομαριστών και των άπληστων ηλίθιων.
ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΠΑΤΡΙΩΤΕΣ