Δευτέρα 9 Μαρτίου 2009



Τιμητική Βραβευση στην Ιατρό κα Αικατερίνη Σταυροπούλου Γκιόκα.

Επί τη ευκαιρεία της γιορτής της γυναίκας, σήμερα στις 9.3.2009 σε σεμνή τελετή απονομής τιμητικών βραβείων της Αττικόν Μετρό από τον Πρόεδρο του Δ.Σ κο Θεόδωρο Δρακάκη στο σύνταγμα βραβεύτηκαν πέντε άξιες γυναίκες στους τομείς:
Α. Υγείας. Η καθηγήτρια Ιατρικής Σχολής κα Αικατερίνη Σταυροπούλου Γκίοκα.
Β. Αθλητισμό. Αλεξάνδρα Δήμογλου. Μετάλλιο στίβου στους παραολυμπιακούς αγώνες του Πεκίνου
Γ. Αθλητισμού. κα Ανθή Καραγιάννη. Μετάλλιο στίβου στους παραολυμπιακούς αγώνες του Πεκίνου
Δ.Πολιτισμού. κα Βάσω Παπαϊωάννου. Ιδρύτρια και πρόεδρο της εταιρείας για το κτήριο της ΄Οπερας και της Ακαδημίας Λυρικής Τέχνης "Μαρίας Κάλλας." »
Ε. Εργασίας. κα Βασιλική Ραλλάτου. Οδηγός συρμών Μετρό.
Η διαπρεπής επιστήμων συμπατριώτισσα μας Καίτη Σταυροπούλου Γκίοκα, με την σεμνή και όμορφη παρουσία της, με την πνευματική και επιστημονική προσφορά της, καθ’ όλη την μακρά και επίπονο διαδρομή της καριέρας της, τίμησε το Ιατρικό λειτούργημα σαν Άνθρωπος και σαν Ιατρός. Χωρίς παρεκκλίσεις στους Ανθρωπιστικούς κανόνες που έθεσε ο Πατέρας της Ιατρικής Ιπποκράτης η κα Σταυροπούλου έδωσε το καλό παράδειγμα σ’ όλους μας τους γιατρούς. Ιδιαίτερα σήμερα το δίνει στους νέους Γιατρούς, που και το καταλαβαίνουν αλλά και το επιζητούν.
Στην επιτυχή διοργάνωση της γιορτής της Μετρό συνετέλεσε τα μέγιστα η γλυκιά συμπατριώτισσά μας, ιστορικός Τέχνης, κα Αννίτα Πατσουράκη.

Άγγελος Κότσαρης

Κυριακή 8 Μαρτίου 2009






Αναχωρήσεις
Η πολυεπίπεδη και πολυδιάστατη κριτική του κου Παπαμίχου στο site my films, για την ταινία «Αναχωρήσεις» του Ιάπωνα σκηνοθέτη Γιοτζίρο Τακίτα, δεν αφήνει περιθώρια για καμία άλλη προσπάθεια προσεγγίσεως του εξαίσιου ετούτου ποιήματος.
Η ταινία πραγματικά είναι ένα ποίημα ανθρωπιάς και έρωτα, που ο διάσημος σκηνοθέτης με χρυσοκλωστή υφαίνει απ’ την αρχή ως το τέλος της προβολής, μέσα από ένα βαθυστόχαστο, απλό σενάριο, επάνω στον παραδεισένιο καμβά της οθόνης, ανάμεσα γης κι ουρανού, λέξη με την λέξη και σκηνή με τη σκηνή.
Χωρίς οι θεατές να χρειάζεται να ξοδευτούν σε κουραστικές φόρμες κατανόησης, μια και με τρόπο απλό το ένα απρόσμενο γεγονός διαδέχεται το άλλο, ξετυλίγεται ήρεμα επάνω στην οθόνη μια σοβαρή πλοκή με χιούμορ, σαρκασμό αλλά και με αρχές ανθρώπινης συνέπειας, και στάσεις ανθρώπων με βαθύτερη κατανόηση, των παθών της ζωής τους και της αγωνία τους για την επικείμενη τελική αναχώρησης τους.



Σαν ποίημα, το θέμα, οι ηθοποιοί, τα εικαστικά ταμπλό η μουσική, η ήρεμη η δράση, όλα μαζί ανάλαφρα πετώντας πάνω σε κάτασπρες φτερούγες πανέμορφων ερωδιών ισορροπούν στο άπειρο μέσα απ’ τον έρωτα για τη ζωή˙ κρατώντας άπνοο τον θεατή ν’ ακροβατεί κι αυτός πολύ κοντά στο όνειρο και μακριά απ’ τον εφιάλτη˙ όχι τόσο κατανοώντας αλλά νοιώθοντας την αισιοδοξία που υπάρχει εν τέλει στην ζωή, μα ακόμη και στον θάνατο, αλλά ιδιαίτερα κυρίως εκεί, μακριά στο χρόνο, στο αμφίδρομο το πέρασμα, που ο αγώνας ο ανθρώπινος για το καλύτερο και κυρίως για αξιοπρέπεια κτίζει ανάμεσά τους.
Άγγελος Κότσαρης

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2009

ΣΚΛΑΒΟΙ ΣΤΑ ΔΕΣΜΑ ΤΟΥΣ


Η ιστορία της ταινίας σκλάβοι στα δεσμά τους, που σκηνοθέτησε ο άξιος επτανήσιος σκηνοθέτης Τώνης Λυκουρέσης, στηριζόμενη στο γνωστό μυθιστόρημα του σπουδαίου Κερκυραίου συγγραφέα Κωνσταντίνου Θεοτόκη, πρέπει να αποτέλεσε, για τον πρώτο, πάθος πατριωτικό αλλά και σύγχρονα τεράστιο ιδεολογικό και πολιτικό πειρασμό. Πιστεύω επίσης ότι ο ίδιος θα πρέπει να βρέθηκε κάτω από τεράστιο Ιστορικό δίλλημα, αλλά και την ανάγκη συνέπειας στην δυσβάστακτη ευθύνη για την μεταφορά της ιστορίας «των σκλάβων στα δεσμά τους» στον κινηματογράφο.
Πραγματικά, εδώ, δεν μιλάμε για όποια κι όποια Ιστορία. Δεν μιλάμε για Ιστορία, που η καθημερινότητα νωθρή και αδιάφορη, σαν της δικής μας εποχής, πνίγεται μες στα τέλματά της. Η Ιστορία για την οποία μιλάμε εκτυλίσσεται στα χρόνια που ο σπόρος της Επανάστασης, πρώτη φορά μετά τετρακόσια χρόνια σκλαβιάς, φύτρωσε και στον τόπο μας˙ και μάλιστα στα Ιόνια νησιά.
Στα Ιόνια νησιά˙ που αφού περάσαν σαν κατακτητές και έφυγαν πρώτα οι Ενετοί˙ μ’ ότι ελάχιστο καλό, μα περισσότερο μ’ ότι κακό πίσω τους άφησαν ετούτοι˙ έφθασαν πιο δριμύτεροι και πλέον πιο καταπιεστικοί οι Γάλλοι στρατοκράτες.
Με πονηριά ετούτοι οι τελευταίοι διέδωσαν σαν δόλωμα, μα όχι σαν δικαίωμα, στους απ’ τα χρόνια της Ενετοκρατίας καταπιεσμένους νησιώτες, όλες εκείνες τις ιδέες, τις δήθεν περί ισότητας κ.λπ. κ.λπ. της Γαλλικής δικής τους Επανάστασης!
Ιδέες βέβαια˙ που έστω κι αν και στα κρυφά, κατά τον Θεοτόκη, τις ενστερνίστηκαν πρώτοι, απ’ τους άλλους Έλληνες, βασανισμένοι οι νησιώτες˙ εν τούτοις λουφαγμένοι, μια κι όλα πάντα τότε τα φόβιζε η σκλαβιά, στα γρήγορα δεν το μπορέσανε και να τις κάνουν πράξη.
Παρ’ όλα αυτά Ιδέες˙ που εν τούτοις λίγο το λίγο αργότερα θα ‘βρισκαν γόνιμο και καρπερό το έδαφος να αναπτυχτούν˙ και θα ‘διναν φτερά και ενθουσιασμό σ’ όλους του Έλληνες, μα πλέον και στα φανερά, για να παλέψουν, όπως οι γιακωβίνοι κι οι ξακουστοί οι καρμπονάροι, και ν’ ανατρέψουν την άθλια εκμετάλλευση, που επί ολόκληρους αιώνες υφίσταντο από τους ξένους και τους υποτελείς, διορισμένους απ’ αυτούς, ντόπιους κατακτητές τους.
Οι σκλάβοι βέβαια στα δεσμά τους δεν είναι ο λαός. Αυτό και για τον ευφυή συγγραφέα θα αποτελούσε θέση πασίγνωστης κοινοτυπίας. Οι σκλάβοι στα δεσμά τους είναι απ’ την άλλη τη μεριά. Είναι οι άρχοντες, και μάλιστα οι εκφυλισμένοι απ’ αυτούς, μαζί με τη κατάρα της Ύβρης της Ιστορικής, που χρόνο με το χρόνο, και πάθος με το πάθος τους, κυρίως με τις αδικίες, την απληστία, την σπατάλη και την αλαζονεία τους, Μοιραία και Αέναη η Απόδοση Θεϊκής ( Διάβαζε Ανθρώπινης) Δικαιοσύνης, σκάβει κάτω απ’ τα πόδια τους, σε χάος απροσμέτρητο τους λάκκους τους, μέχρι που μέσα σε αυτούς ολότελα, σαν Τραγωδίας κάθαρση του ανθρώπινου του γένους, στα τάρταρα να τους γκρεμίσει.
Εδώ έχει αξία πράγματι η σκηνοθετική μαεστρία του Τώνη Λυκουρέση στη μεταφορά της ιστορίας, των σκλάβων στα δεσμά τους, του Θεοτόκη, στο κινηματογράφο. Αν και δύσκολο έργο η σκηνοθετική μεταφορά, εν τούτοις τελικά η Ιστορία αποδόθηκε άριστα, από τον Λυκουρέση, με σεβασμό προς στον σοφό λόγο, του συμπατριώτη του επτανήσιου Συγγραφέα, και με την επί πλέον αξιόλογη βοήθεια, πέραν της σκηνογραφικής του δεινότητας, ενός υπέροχου σεναρίου.
Η εποχή αναστήθηκε σκηνογραφικά και ενδυματολογικά. Και το νόημα του συγγραφέα ήρθε και κόλλησε, ένα αιώνα μετά, στη συνείδηση όλων μας. Ήρθε και κόλλησε˙ επί δικαίων, δίνοντας μάθημα λύτρωσης κι ελπίδας˙ και επί αδίκων, δίνοντας τελεσίδικα την πανανθρώπινη κατακραυγή, όπως αυτή, που ίσως και σήμερα την παίρνουν,επί ματαίω βέβαια, όλοι οι άφρονες της Κρίσης, που όμως πάντα οι ίδιοι και την δημιουργούν κι έχουν και την ευθύνη της χωρίς ποτέ ως τώρα, πάντα αμετανόητοι, να την πληρώνουν όπως στ' αλήθεια τους αξίζει.
Βέβαια, πόσων τα πορτραίτα, απ’ αυτούς τους τελευταίους, δεν θα ‘χαν ξεσκιστεί σαν άχρηστα και περιττά μέσα στο πέρασμα του χρόνου, αν πάνω σ’ όλα αυτά δεν είχε μπει πονετική η Ανθρώπινη υπογραφή του Καλλιτέχνη˙ και πόσα ονόματα απ’ αυτούς, δεν θα ‘τανε τελείως στις μνήμες ξεχασμένα, αν στα νεκροταφεία κεκονιαμένοι τάφοι δεν είχαν λαξευτεί απ’ το Ανθρώπινο μεράκι, στην αναζήτηση, μέσα από Ανθρώπινο αγώνα στην Τέχνη, του ωραίου και του καλού!
Και βέβαια επίσης αξίζει ιδιαίτερα και να σημειωθεί εδώ, πως έστω και αν ακόμη ο οίκτος περισσεύει, στον καλλιτέχνη Σκηνοθέτη, βλέποντας ο ίδιος πιο βαθειά την ανθρώπινη μοίρα, για αυτούς που η πτώση τους Ιστορικά είναι όπως φαίνεται Μοιραία, η Ιστορία η ίδια, τελείως ανεξάρτητη, μ’ ένα Γιατί στο τέλος, δεν φθάνει να τους λυπηθεί. Κι ίσως επίσης η Ιστορική αντίφαση αυτή να ξεπερνιόντανε πιο ομαλά, κυρίως πιό δικαίως, αν βέβαια η νοσταλγία εν αντιθέσει με τα μύρια κακά που πέρασαν οι επτανήσιοι κι απ’ τους Ενετούς, κι Απ’ τους Γάλλους, κι απ’ τους Ρώσους, κι απ’ τους Άγγλους αργότερα, δεν τα ‘χε εξωραΐσει, στη σημερινή μνήμη μας, ο χλιδάτος πολιτισμός των αστών εκείνης της εποχής, που όπως και να το κάνουμε εξπρεσιονιστικά!, για τους αδύνατους εμάς, τους αδαείς ανθρώπους ήταν και είναι πράγματι σαν μαντολάτο πειρασμός.
Εν πάσει περιπτώσει κι όπως και να ‘χει η αλήθεια, τα ανθρώπινα μηνύματα του σκηνοθέτη έτσι κι αλλιώς περνούν˙ και η Ιστορία αυτό το καταγράφει˙ κι έτσι πορεύεται και μας πορεύει, όσο η Μοίρα μας, μας οδηγεί. Η Μόσχα του Τσέχωφ είναι μπροστά μας! Το πότε θα την φθάσουμε, δεν είναι υπόθεση της μοίρας. Είναι υπόθεση, μιας άλλης θέσεως, δική μας!
Ταινία σπουδαία και αν «και γνήσια Τραγική» με το θέμα της, το σενάριο της και την φωτογραφική ομορφιά της πόλης της Κερκύρας, δικαίως πρέπει και πιστεύω πως θα να σπάσει τα ταμεία˙ και εδώ και στο εξωτερικό! Τα Ευρωπαϊκά κουστούμια εποχής της Μπιάνκα Νικολαρεΐζη ήταν καταπληκτικά.
Από τους ηθοποιούς ο Γιάννης Φέρτης, η Δήμητρα Ματσούκα και η Ρηνιώ Κυριαζή (Ευλαλία Οφιομάχου) παρουσίασαν καταπληκτικές στιγμές ερμηνείας. Εξάλλου όλοι οι υπόλοιποι γυναικείοι και ανδρικοί ρόλοι ερμηνεύτηκαν το ίδιο καλά από τις ηθοποιούς και τους άνδρες συναδέλφους τους. Η ιδιόμορφη ερμηνευτική σκηνική παρουσία του κου Άκη Σακελλαρίου, στο ρόλο του αδίσταχτου γιατρού, αν και μεταχρονισμένα, αρκετά πειστική. Οι γιατροί παλαιότερα, τέρατα ιερά ακόμη, κι αν δεν κατέχονταν από αισθήματα ανθρωπιάς, ήξεραν δίχως νευρικότητα, έστω και με σοβαροφάνεια να μην το δείχνουν αυτό ποτέ.
Προσωπικά θαύμασα σταθερά, καθ’ όλη την σκηνική τους παρουσία˙ τις ερμηνείες του μεγάλου γιού του κόντε, Γιώργη, Χρήστου Λούλη, όπως και του αλησμόνητου ηθοποιού Κωνσταντίνου Παπαχρόνη στο ρόλο του Άγη˙ ως επίσης και την, αν και λίγη σε χρόνο, αλλά έντονη σε ποιότητα ερμηνευτική ικανότητα της Ελένης Κοκκίδου, (στο ρόλο της μαιτρέσας του Αλέξανδρου Οφιομάχου).
Τέλος στο τελικό αποτέλεσμα της ταινίας άπειρα συγχαρητήρια αξίζουν στον παραγωγό Νικόλαο Σέκερη, για την υπομονή του και την με πραγματική αγάπη απλοχεριά του στο γύρισμα μιας τόσο σπουδαίας και δαπανηρής, αλλά χρήσιμης για το κινηματογραφόφιλο κόσμο ταινίας!

Άγγελος Κότσαρης

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2009

Πρόσκληση της Αττικόν Μετρό για την γιορτή της Γυναίκας.




Η Ανίττα Πατσουράκη συστήνει τη γιορτή της Γυναίκας την οποία διοργανώνει το Αττικόν Μετρό, και που ένα σκέλος της έχει την βράβευση της διαπρεπούς και φίλης συμπατριώτισσας μας, καθηγήτριας Ιατρικής Σχολής Καίτης Σταυροπούλου στην Αθήνα.


Απόκριες, πρίν πολλά, πολλά χρόνια!

Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2009

Ο παράδεισος στη δύση. Του Κώστα Γαβρά.


Ο συμπαθής συμπατριώτης μας Γαβράς μετά από πολλά χρόνια σκηνοθετικής πορείας στο εξωτερικό˙και μετά από μια επίσης πολύχρονη σκηνοθετική σιωπή, ξαναπαρουσιάζεται στο Κινηματογραφικό κοινό ξαναγράφοντας και πάλι σκηνοθετικά μια νέα επιτυχία. Συγχρόνως όμως ο καταξιωμένος σκηνοθέτης με την ταινία του αυτή καταγράφει επίσης κι ένα παράδοξο, αν κι όχι βέβαια σκηνοθετικό, αλλά, ας το πούμε, φιλοσοφικά πολιτικό παράδοξο εν σχέσει με την εν γένει ιστορική πορεία του ως κινηματογραφικού δημιουργού.
Σέβομαι βεβαίως αυτό που ο ίδιος ο καλλιτέχνης δέχεται προλογίζοντας το φιλμ του, ότι δηλαδή « Η ιδέα ήταν να δείξω τον μετανάστη όχι ως φορέα δραμάτων αλλά πιο “ανοικτό”. Να τον δω μόνο ως έναν απλό άνθρωπο ». Αμφιβάλλω όμως εάν αυτό το πετυχαίνει˙ και εάν αποτυγχάνει, μήπως και φταίει το ότι ο μετανάστης σήμερα και φορέας δράματος είναι και καθόλου απλό δεν τον αφήνει να είναι η κυριολεκτικά σήμερα απάνθρωπη δομή της κοινωνίας μας. Από την ίδια του ζωή ήξερε βέβαια ο Γαβράς τι ήταν να ‘σαι μετανάστης, μα απορώ, και δεν με πείθει σίγουρα, αν τώρα ο ίδιος ξέρει την διαφορά, ως προς αυτό, του χθες από το σήμερα.
Το φιλμ του Γαβρά «Ο παράδεισος στη δύση» σε πρώτη κι επιδερμική ματιά και εύκολα διαβάζεται και εύκολα κυλάει. Μα και στο κάτω, κάτω της γραφής, πέρα απ’ την ψυχαγωγία, τα μεγάλα πλάνα είναι έξοχα, η αφήγηση μαγευτική, η φωτογραφία θα ωφελήσει σίγουρα εφέτος τον τουρισμό και στην Ελλάδα μα και στο Παρίσι. Ως σημαντικό επίσης θα πρέπει να σημειωθεί το ότι η ντόπια και η διεθνής ψεύτο διανόηση για αρκετό καιρό στ’ αλήθεια θα ξεχάσει την πλήξη της κι άρα και τον στιλάτο της φαφλατισμό. Είναι γεγονός ότι με την ταινία του Γαβρά όλοι κλαυσιγελάσαμε και βγήκαμε απ’ την αίθουσα περίπου ικανοποιημένοι! Στο τέλος, τέλος, ναι όλα σε τούτη τη ταινία σου κλείνουνε το μάτι, ότι το φιλμ αυτό έγινε με μαγκιά μεγάλου καλλιτέχνη. Ακόμη και οι Έλληνες ηθοποιοί, πρώτοι φορά ξεφεύγουνε απ’ τα πάγια και μίζερα, τα ελληνικά τα τετριμμένα˙ και αναδεικνύονται, μες στο ταξίδι προς τον παράδεισο, ισάξιοι των ξένων συναδέλφων τους συντελεστές.
Μέχρι Εδώ όλα καλά και άγια και αυθαίρετο δικαίωμα του άξιου καλλιτέχνη να θέλει την ταινία του να ‘ναι στο νόημα της, εξ’ απαλών ονύχων, ελπιδοφόρα κι όχι Τραγική.
Πάντως σε τελευταία ανάλυση, αν έτσι ο σκηνοθέτης τα ‘χε μες στο μυαλό του, ο υπέροχος ηθοποιός Ρικάρντο Σκαμάρτσιο ή τον διέψευσε παταγωδώς, ή σαν αντάρτης πόλεων τον έπιασε στον ύπνο κι έβαλε στην ταινία του ένα ισχυρό φουρνέλο άλλης, τελείως διαφορετικής, σκηνοθετικής ερμηνείας.
Ο υπέροχος ηθοποιός, ούτε να κλάψει δεν μπορεί, ούτε και να γελάσει. Σκούζει, απ’ την αρχή ως το τέλος, το τραγικό το θέμα του σύγχρονου του μετανάστη. Κι όχι της μοναξιάς, με την οποία εύκολα ωραιοποιούν και εξηγούνε γενικά οι ελαφρόμυαλοι κριτές τα βάθη της ανθρώπινης στάσης και της ανθρώπινης εν γένει συμπεριφοράς απέναντι στον κόσμο, αλλά γερά πατεί με την ξεκάθαρη αποστασιοποίηση του απ’ τα κοινά προσωπικά του κίνητρα, δεμένος χειροπόδαρα και αδιάσπαστα κυρίως σοβαρά με το ατόφιο πρόβλημα της μοίρας των μεταναστών προ των πυλών της κόλασης, που ‘ναι στ΄αλήθεια, γι’ όλους μας, του σήμερα η Ευρώπη.
Σε λεπτομέρειες το παράδοξο, στην τελευταία ταινία του συμπαθητικού μας μέτοικου στο Παρίσι Γαβρά, είναι ότι «Ο παράδεισος στη δύση» ξετυλίγεται κατόπιν εορτής˙ μετά το άδειασμα δηλαδή του ονειροπόλου μετανάστη, από το μόνο συμβολικό είδωλό της ταινίας του, τον ψευδοντζέντλεμαν αστραφτερό, τον μάγο και θεό του δυτικού του παραδείσου˙ και μάλιστα, αμέσως μετά το τέλος της ταινίας, μες στα θλιμμένα μάτια του έξοχου αλήθεια ηθοποιού, αλλά και μες στην έκφραση αηδίας, σαν στρέφεται και βλέπει τη μαγική εικόνα του πύργου του Άιφελ με τα λαμπιόνια φωτισμένη.
Συνειρμικά, για τούτη τη σκηνή, το μόνο που μου έρχεται, είναι οι ανάλογες παλιές εικόνες, απ’ το παρελθόν, των Γερμανών στρατιωτών στην κατοχή του Παρισιού και πάλι εμπρός από τον ίδιο πύργο. Και στις δύο περιπτώσεις τα ίδια κι απαράλλακτα, αν κι από αντίθετες διευθύνσεις, το όνειρο είναι ανώφελο εντελώς και ακριβά πληρώνεται: Από τη μια το τώρα, ο διαλυμένος πια σοσιαλισμός, σαν σαπιοκάραβο που έμπασε νερά, αβέβαιος να πλέει με τα ποντίκια του απάνω, που καταπέλαγα μοιραία αφήνοντας τον πνίγονται άπατοι μες στη θάλασσα, στην άκαρπη προσπάθεια των ψευδαισθήσεων τους κάπου αλλού πιο παραπέρα απ’ αυτόν πηγαίνοντας να ’βρουν καινούργιους τόπους λεύτεροι μονάχα να ονειρεύονται˙ κι από την άλλη χθες, ο σαρκασμός κι η αλαζονεία στο βλέμμα το αγέρωχο των υπεράνθρωπων στρατιωτών του Γ’ Ράιχ, που στρέφοντας τα νώτα τους οικτίρουν τον παλιότερο πολιτισμό του χθες, σίγουροι μόνο για τον δικό τους μαγικό, εκείνο που κι αυτοί το ίδιο ονειρεύονταν πως θα φτιαχνάν στο αύριο.
Και στις δύο περιπτώσεις, και τότε και τώρα, ούτε στις παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες, μα ούτε και στην πρόσφατη ετούτη κινηματογραφική εγγραφή είχε διαφανεί το τέλος του κόσμου του παλιού μα και του κόσμου του παρόντος. Η ερειπωμένη Ευρώπη, ο ερειπωμένος κόσμος, μετά την λήξη του πολέμου, ήτανε άγνωστη στους τότε Γερμανούς.
Το χάος, που σήμερα ο Γαβράς διστακτικά ψελλίζει, δεν είχε ακόμη οριστικοποιηθεί, όταν τελείωνε το φιλμ, για να μπορεί περίτρανα ο ίδιος να ειρωνευτεί με τραγική ειρωνεία το περιεχόμενο του Ευρωπαϊκού παράδεισου. Ίσως γι’ αυτό τελείως επιδερμικά δείχνει την κόλαση, στολίζοντάς την αφειδώς, με υπέροχα τοπία, με γραφικές, ελεύθερες κι ερωτικά ευαίσθητες στο ξένο κρέας κυρίες και κυρίους, διστακτικά αφημένους στης μοναξιάς και των παθών τους τις ορέξεις. Κυρίως μάλιστα απλοϊκά επαναπαύεται ο δημιουργός, ξεχνώντας το καράβι με τους πνιγμένους αλβανούς, απ’ έξω απ’ το Οτράντο, τους άλλους τους πνιγμένους Αφρικανούς και Ασιάτες στο Αιγαίο και στην Κρήτη, τους πάμπολλους κομματιασμένους από τις νάρκες στον Εύρο, τις στιγμές που έζησαν επάνω στην πλατεία Κουμουνδούρου εκατοντάδες Κούρδοι μετανάστες τον χειμώνα του 98, τα γκέτο στο Λαύριο, στην Πεντέλη, τα γκέτο μεταναστών στο Παρίσι και το μέλλον τους, τα παιδιά των φαναριών, τα άρρωστα παιδιά, τα ορφανά παιδιά, τις γυναίκες και τους άνδρες του εμπορίου της λευκής και της μαύρης σάρκας, κι άλλα κι άλλα.. Έτσι κι αλλιώς ή κρίση η οικονομική του μαγικού και λαμπερού καπιταλισμού δεν είχε ακόμη αναγγελθεί, την ώρα που γυρίζονταν και που τελείωνε το φιλμ ο έξοχος κατά τα άλλα συμπαθής Γαβράς.
Τι θα απογίνει αυτός ο κόσμος, πέρα απ’ το βλέμμα του Γαβρά, την ώρα που η Ευρώπη βυθίζεται στην πιο χειρότερη οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική της κρίση μετά το 1930, ποίος άξιος τάχατες θα μας το πει!
Κι εδώ ακριβώς το μείον για τον καλλιτέχνη, που χρειάζεται για να δικαιωθεί τον τύπο μόνο επί των ήλων. Στην ταινία λείπει το Τραγικό, όσο κι αν σκούζει ο Ηλίας!
Πάντως ότι κι αν λέω, όπως με προβλημάτισε κι εμε ετούτη η ταινία, μπορεί το ίδιο να συμβεί και με σας. Γι’ αυτό ανεπιφύλακτα σας συνιστώ, το να την δείτε!

Άγγελος Κότσαρης

Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2009


Θόδωρος Αγγελόπουλος

Η σκόνη του Χρόνου

Μέσα στην αγκαλιά της Καραϊνδρου
Κάτω απ’ τις τεράστιες πατούσες του Μπάχ
Κι ανάμεσα απ’ τον Μπετόβεν και τον Βάγκνερ
Μια συνεχής κρίση της ανθρώπινης περιπέτειας


Η τέταρτη φτερούγα της Τέχνης.

Το κείμενο είναι του Άγγελου Κότσαρη.

Ο μίτος της αιμάτινης ανάγκης για ανθρώπινη ανέλιξη, στη δεύτερη ενότητα της ημιτελούς τριλογίας του Θόδωρου Αγγελόπουλου, ως ήταν φυσικό στην σκόνη του χρόνου, έπρεπε να ξαναμαζευτεί από το τεράστιο αρσενικό είδωλο, του Πατέρα Κρόνου ή και του Οιδίποδα, του λιβαδιού που δακρύζει, με την μορφή του γηραλέου έξοχου ερμηνευτή Μισέλ Πικολί.
Η ύβρις αέναη και πανάρχαια. Η Γήινη γυναίκα, ( Η Ελένη), το τραγικό εφεύρημα του προπατορικού αμαρτήματος της προαιώνιας ανδροκρατούμενης κοινωνίας, κρατάει στα χέρια της την άκρη του νήματος και ο Σπύρος, ξετυλίγοντας, τυλίγοντας το κουβάρι, αναλαμβάνει ανδροπρεπώς να φέρει εις πέρας και το ταξίδι και την επιστροφή˙ και ακόμη το πιο δυσκολότερο, την συνέχεια στον χρόνο.
Μνήμες παράφορα φορτωμένες διχαστικά με ελπίδα κι απελπισία, με λάθη και αγώνα να ξεπεραστούν, με άφεση και εγκαρτέρηση, αλλά και με συνεχή αμφισβήτηση και αμφιβολία και τελικά με πικρόγλυκη αποδοχή της Τραγικής ειρωνείας. Ποιο το κουράγιο του Σίσυφου την ώρα που ξανά απ’ την αρχή πρέπει ν’ αρχίσει τον αγώνα ν’ ανεβάσει τον βράχο στην κορυφή!
Σαν παλιάτσος, ο καλλιτέχνης, της κομέντια ντελ’ άρτε, χαμένος στην αχανή αίθουσα του παλκοσένικου της αίθουσας Τριάντη, ανεβάζει το βλέμμα διστακτικό σιγά, σιγά προς τα πάνω και θολά ατενίζει, στο φωτισμένο χάος απέναντι του, το άλλο ενδιάμεσο προσωποποιημένο είδωλό της τραγικά ενδεδυμένης, με το ψευδομανδύα της ανθρώπινης προόδου, εξουσίας και γελοία ψελλίζει νευρόσπαστα « κι όμως, κε πρόεδρε, δεν χάνονται όλα!» Ποιόν απ’ τους δύο να οικτίρεις, όταν σε άπειρη απόσταση πίσω απ’ αυτούς στέκεται η ειμαρμένη!
Πόσους ανθρώπους να οικτίρεις, όταν το θαύμα του ξεστρατισμένου σοσιαλισμού, του ανήθικου, διεφθαρμένου πατερναλιστικού καπιταλισμού χθες, σήμερα, αύριο, σκότωσε, σκοτώνει και θα σκοτώνει εκατομμύρια ανθρώπους, τον ίδιο τον Σίσυφο. Από εδώ ο αισιόδοξος Μπετόβεν, στο μέσον ο καλλιτέχνης και από εκεί ο αμφισβητίας Βάγκνερ˙ και πίσω στο αχανές αναποτελεσματικός ο αέναα στιβαρός και αινιγματικός Μπαχ˙ και σ’ όλα και παντού ανάμεσα τους η σκόνη του Χρόνου στο συνειδητά τρυφερό, εύκολο αγκάλιασμα της από τις μαγικές νότες της Καραϊνδρου.
Η σκόνη του χρόνου˙ που απεγνωσμένα και ουτοπικά ο καλλιτέχνης δημιουργός προσπαθεί, ελπίζοντας πάντα να την βλέπει σαν γκρίζα πάχνη απλωμένη στα συναισθήματα, στην πολιτική, στην απαξία του κοινωνικού όντος και στην προσπάθεια του κάποτε να εξιλεωθεί μέσα απ’ τη διαδικασία της κάθαρσης˙ μπορεί και να είναι όντως σκόνη γι’ αυτόν, το ίδιο όμως το μέγεθος της παραφοράς του, ως και η εξουθενωτική ανάλωση του να καταλάβει, δεν αφήνει περιθώρια και στον πιο απλό θεατή που τον παρακολουθεί να μην καταλάβει ότι τις μνήμες του, την ίδια του τη φιλοσοφία, στο πέρασμα του χρόνου, δεν τις σκεπάζουν οι πατιναρισμένες προσωπικές του αγωνίες, αλλά η πανανθρώπινη αγωνία του χθες, του σήμερα και κυρίως του αύριο.
Μετά το τέλος της Ελένης, τι άλλο άραγε απομένει στον βαθυστοχαστο τον καλλιτέχνη από το εκκλησιαστικό όργανο και τη βεβαίωση του ειδικού, ότι «στο τέλος, τέλος κάτι μένει». Κοιτώντας τον κόσμο με τα μάτια του Αγγελόπουλου, πόσες οι ψευδαισθήσεις, για να περνά κι αυτό σαν τάχατες αληθινό! Έτσι κι αλλιώς οι άνθρωποι μένουν και όχι τα συστήματα τους..
Το τέλος της σκόνης του χρόνου, παρ’ όλο ότι ξεκινά από ψηλά, κι όσο τρυφερό και να φαίνεται στο στιγμιαίο πέταμα του finale, και πάλι προσγειωμένο επάνω στην ίδια πανάρχαια γη, κινούμενο αέναα ελίσσεται μέσα στο χάος φορτωμένο με τις παλιές προδιαγραφές των γήινων μορφών και των ανθρώπινων παθών τους. Σαν μια αιώνια κατάρα, της ίδιας τους της μνήμης!
Η σκόνη του χρόνου λιγότερο κοπιώδης στην αφηγηματική ανάγνωση της σε σχέση με το λιβάδι που δακρύζει. Πιο λιτή στα εικαστικά πλάνα της διευκολύνει την στιβαρότητα του δομημένου μύθου με αληθινή αγωνία. Υπέροχη η φωτογραφία του Ανδρέα Σινάνου.

Οι ηθοποιοί πιστοί στις ιδέες του καλλιτέχνη, με τον αισθαντικό Σπύρο, την δυναμική Ελένη, τον ανθρώπινο Γιάκομπ, τον εγγενώς προβληματισμένο γιό του Σπύρου και της Ελένης και την γυναίκα του, στην ιδιαιτέρως τόσο ανεπαίσθητα αισθαντική στιγμή του τελευταίου τους αποχαιρετισμού στο δρόμο.

Ταινία δύσκολη, όπως οι περισσότερες μετά την αναπαράσταση, του Αγγελόπουλου, που όμως, παρ’ όλες τις επιπόλαιες και εμπαθείς πολιτικά ματιές των ορκωτών κριτών του Kινηματογράφου, σε καμία περίπτωση, δεν είναι δυνατόν να αμαυρώσουν ούτε το μέγεθος του έλληνα καλλιτέχνη, ούτε την αληθινή φύση του πνεύματος του πρωτεργάτη διανοούμενου της ελληνικής αριστεράς στον Κινηματογράφο.

Αυτός που αναφέρει συνεχώς το όνομα του Θεού, έλεγε ο Σάρτρ, δεν μπορεί να είναι άθεος. Οι πραγματικοί άθεοι δεν αναφέρονται ποτέ στο θεό. Μην ανησυχούν οι σύντροφοι του Κ.Κ.Ε, και κυρίως μην ανησυχούν όποιοι άλλοι αμφισβητίες της καλοθέλητης δεξιάς, η ψυχή του Αγγελόπουλου ήταν και θα μείνει κόκκινη. Οι προτομές του Στάλιν, στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας, έτσι κι αλλιώς δεν αλλοιώνουν στη μνήμη κανενός την εικόνα στην παρέλαση, μπροστά απ' το κρεμλίνο, του Πατερούλη των λαών. Άλλο η πίκρα κι άλλο η Ιστορία. Άνθρωποι είμαστε και δικαίωμα όλων μας να είμαστε και πικραμένοι... και πικραμένοι να μην παύουμε να αγωνιζόμαστε.! Η πίκρα είναι η ψυχή της Ποίησης και της Επανάστασης.

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2009

Γιούλικα Λακερίδου. Λάδι Σαράντη Καραβούζη.

Η γνωστή ζωγράφος Γιούλικα Λακερίδου, σε λάδι του αγαπημένου μου Φίλου και συζύγου της Γιούλικας Σαράντη Καραβούζη.